Περιγραφή: Η Έφη μοιράζεται τη δική της εμπειρία από τη ζωή σε ίδρυμα, την απομάκρυνση από την οικογένειά της και τη δύσκολη μετάβαση στην ανεξάρτητη ζωή. Μια προσωπική μαρτυρία για το γιατί τα ιδρύματα δεν μπορούν να αποτελούν λύση για τα παιδιά.
Μπορείς να ακούσεις το podcast στο spotify εδώ. Ακολουθεί η απομαγνητοφώνηση του podcast.
Απομαγνητοφώνηση
8 άνθρωποι, 8 ιστορίες από ιδρύματα
Σειρά podcasts « Τα ιδρύματα δεν είναι λύση»
Ένα πρόγραμμα για την ενδυνάμωση και την ορατότητα των ανθρώπων που ζουν σε ιδρύματα στην Ελλάδα και για την προώθηση της αποιδρυματοποίησης.
Παραγωγή: TANDEM
Ηχοληψία: Κωνσταντίνος Τούντας
Εκφώνηση: Ελεάννα Αποστολάκη
‘Η δράση υλοποιείται με την υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Λάτση στο πλαίσιο του προγράμματος «Σημεία Στήριξης» που συγχρηματοδοτούν δέκα κοινωφελείς οργανισμοί”
[μουσική εισαγωγής]
Έφη: Υπήρχαν διάφορα ζητήματα πριν πάω στο ίδρυμα, αρκετά χρόνια πριν. Και ξαφνικά την παραμονή της Πρωτοχρονιάς του 16 ήρθε ένα περιπολικό έξω από το σπίτι μου, μας είπε ότι πρέπει να μας ακολουθήσετε όλοι μαζί στο αστυνομικό τμήμα. Εκεί μας ανακοίνωσαν ότι για κάποιο λόγο ο μπαμπάς μου θα απομακρυνθεί και ότι εγώ θα πάω στο ίδρυμα στην Αθήνα. Και όπως ήμουνα, απλά πήγα σε ένα ίδρυμα στην Αθήνα χωρίς να έχω ούτε τα ρούχα μου, ούτε το κινητό μου, ούτε κανέναν τρόπο να επικοινωνήσω ούτε με τον αδερφό μου, ούτε με τον μπαμπά μου.
[απαλή μουσική]
Δεν υπήρχε καμία στήριξη από κανέναν. Δηλαδή, υπήρχαν κάποιες συναντήσεις με την εισαγγελέα της Λαμίας, οι οποίες είχαν γίνει δύο φορές. Από εκεί πέρα δεν υπήρχε καμία στήριξη ούτε από την εισαγγελέα για να στηρίξει τον μπαμπά μου, ο οποίος είχε μία ψυχική διαταραχή και μεγάλανε μόνος του τρία παιδιά. Ούτε ένα πλαίσιο, εμείς να μπορέσουμε να αποφασίσουμε και να πούμε ότι.. τι θέλουμε να κάνουμε εν τέλει με τη ζωή μας.
Βασικά, υπήρχε μία συνεχόμενη κόντρα, κάπως ένιωθα τότε. Ένας αγώνας για το αν εν τέλει θα φύγουμε από το σπίτι και καμία προσπάθεια για να μείνουμε μέσα στο σπίτι. Δηλαδή, ήταν η προσπάθεια του εισαγγελέα να απομακρύνει εμάς σαν ανήλικους τότε, από τον μπαμπά μας που τον θεωρούσε κακοποιητικό και ότι μας παραμελούσε. Ενώ στην πραγματικότητα όμως δεν έκανε καμία προσπάθεια ώστε αυτό να αλλάξει χωρίς να χρειαστεί να φύγουμε και να πάμε στα ιδρύματα.
Τα αδέλφια μου; Η αδελφή μου ήδη νοσηλευόταν στο Σισμανόγλειο, στην Παιδοψυχιατρική Κλινική, και ο αδερφός μου πήγε στην θεία μου, όπου και έμεινε εκεί πέρα, γιατί υπήρξε η δυνατότητα από την οικογένεια ότι του δόθηκε η επιλογή, ότι ή θα πας στο ίδρυμα ή θα έρθείς σε εμάς. Επέλεξε να πάω στο οικογενειακό πλαίσιο και εγώ βρέθηκα μόνη μου στην Αθήνα χωρίς κανέναν.
Όταν έφτασα στο ίδρυμα, θυμάμαι ότι αντίκρυσα ένα τεράστιο κτήριο, δεν μου είχαν πει καν σε ποια περιοχή, γιατί εγώ έμενα στην επαρχία, δεν μου είχαν πει καν σε ποια περιοχή είμαι, τίποτα. Με έκανε συνοδεία ένα αυτοκίνητο του Χαμόγελου του Παιδιού, με αφήσανε εκεί στην πόρτα και φύγανε.
Με υποδέχτηκαν το κοινωνικό τμήμα της υπηρεσίας και μου είπαν ότι θα πρέπει να μείνεις εδώ τώρα για κάποιες μέρες, μέχρι να εξεταθιστεί ο μπαμπάς σου στην ψυχιακή κλινική, για να έρθει να σε πάρει. Και τους ζήτησα εγώ ότι ωραία μπορώ να μιλήσω με τον μπαμπά μου, να τον πάρω να τηλέφωνω με τον αδερφό μου, δεν μου το επιτρέψανε. Και απλά μετά ήρθε ένας επιμελητής και με πήγε πάνω στο δωμάτιο που θα έμενα και με άφησαν εκεί στο δωμάτιο. Και θυμάμαι ότι επειδή ήταν Παραμονή της Πρωτοχρονιάς, όλοι ετοιμαζόντουσαν το βράδυ, έτσι να κόψουν βασιλόπιτα, να κάνουν την αρχή της χρονιάς και εγώ ήμουν μόνη μου στο δωμάτιο και έκλαγα για πάρα πολλές ώρες, μέχρι που αποκοιμήθηκα εκεί.
[απαλή μουσική]
Έμεινα στο ίδρυμα τρία χρόνια και μετά πήγα σε σπίτι της Δομής όταν ενηλικιώθηκα στα πλαίσια και καλά της αποιδρυματοποίησης.
Γενικά όσο ήμουν στο ίδρυμα, πήγαινα στο σχολείο και ήμουν και αρκετά καλή μαθήτρια, που ήταν κάτι παράδοξο για παιδί που μένει σε Δομή. Και κάπως ήταν και, δηλαδή, και στη Δομή θυμάμαι ότι με είχαν κάπως σαν το πρότυπο της Δομής, επειδή έτυχε να είμαι καλή μαθήτρια.
Δηλαδή πήγαινα στο σχολείο, μετά γύριζα στο Ίδρυμα, προσπαθούσα αρκετό καιρό μέχρι που το κατάφερα να κάνω κάποια εξωτερική δραστηριότητα, μουσική συγκεκριμένα, γιατί εγώ λατρεύω τη μουσική. Και κάποια στιγμή όταν έδινα Πανελλήνιες, μετά από πολλή πίεση, κατάφερα και πήγαινα και σε ένα φροντιστήριο το οποίο το κάλυπταν οι καθηγητές του σχολείου μου. Γιατί το ίδρυμα δεν είχε τη δυνατότητα να μου παρέχει φροντιστήριο.
Και το μόνο που άλλαζε σε σχέση με τη ρουτίνα μου ήταν όταν φεύγανε τα υπόλοιπα παιδιά στις γιορτές, για να πάνε στα σπίτια εθελοντών τους ή στις οικογένειές τους και μέναμε απλά δύο κορίτσια πίσω, τρία, και να κάνουμε γιορτές μίζερα και μόνες μας, σε μια δομή τεράστια με έναν επιμελητή ο οποίος μάλλον δεν ήθελε και πάρα πολύ να είναι εκεί γιατί ήθελε να είναι με την οικογένειά του. Και το καλοκαίρι που αντί να πηγαίνουμε σχολείο, που πηγαίναμε κάποιες μέρες κατασκήνωση… και τα Σαββατοκύριακα που από μία ηλικία και μετά, δηλαδή από τα 16 και μετά, είχαμε τη δυνατότητα, Παρασκευές και Σάββατα, να βγαίνουμε δύο ώρες ολόκληρες τα απογεύματα με τους φίλους μας, βόλτα στη πλατεία της Νέας Σμύρνης, το οποίο έπρεπε να έχει γίνει μια διαδικασία, θα έπρεπε να έχουν γνωρίσει τους φίλους μας και να έχουν εγκρίνει τελοσπάντων την παρέα μας ή αλλιώς βγαίναμε με πολύ συγκεκριμένους επιμελητές βόλτες ,που ήταν ελάχιστοι αυτοί που ασχολούνται για να βγούμε εκτός δομής. Και από εκεί και πέρα δραστηριότητες κάναμε με εθελοντές, με το να πάμε σε κάποιο θέατρο ή να μας πάρουν για κάποιο φαγητό, κάποιο σινεμά, κάποια συναυλία.
[απαλή μουσική]
Γενικά, όσο ήμουνα στο ίδρυμα, υπήρχαν πάρα πολλές έντονες στιγμές, θετικές και αρνητικές. Οι θετικές είχαν να κάνουν κυρίως με τις ανθρώπινες σχέσεις που είχαν αναπτύξει, δηλαδή τα κορίτσια, που κάπως γίναμε αναγκαστικά μία ομάδα που μεγαλώναμε η μία την άλλη και αλληλοστηριζόμασταν. Και εγώ, επειδή έτυχε να είμαι από τους ανθρώπους που ήμουν αρκετά ανοιχτή και κοινωνική, είχα αναπτύξει και καλές σχέσεις και με κάποιους επιμελητές, οπότε μου ήταν πιο εύκολη μετάβαση και το να νιώσω μια παραπάνω ασφάλεια, όσο δυνατόν μπορούσα στο πλαίσιο που ήμουνα.
Αλλά ήταν και πάρα πολλές και οι αρνητικές στιγμές. Η πιο έντονα αρνητική, ας πούμε, που μπορεί να μου έρθει στο μυαλό μου ήταν η μέρα που πέθανε η αδερφή μου, που ήμουνα στο ίδρυμα, που είχε προηγηθεί… είχα πάει στο σχολείο εκδρομή, γύρισα και πριν γυρίσω είχα πάει από το σχολείο μιας φίλης μου ,από το ίδρυμα, για να μιλήσω με κάποιους μαθητές γιατί την ενοχλούσαν. Και αυτό μαθεύτηκε στο ίδρυμα και μίλησα τότε με την ψυχολόγο που είχα και της εξήγησα ότι ξέρεις κάτι, εγώ πήγα και μίλησα με αυτά τα παιδιά γιατί ενοχλούσανε τη συγκεκριμένη κοπέλα, και μου ανακοίνωσε ότι η αδερφή μου είναι σε κόμμα και ότι μάλλον θα πεθάνει.
Εγώ είμαι και τρίδιμη, οπότε κάπως ήταν πιο έντονος ο δεσμός και είχα χρόνια να τη δω από όταν είχα μπει στη δομή. Και θυμάμαι ότι είχα παγώσει πάρα πολύ, δηλαδή δεν είχα καμία έκφραση, κανένα συναίσθημα και εκείνη τη στιγμή η ψυχολόγος, ο Θεός δεν την κάνει, αντί κάπως να με στηρίξει και να μου πει τι χρειάζομαι, τι πρέπει να γίνει, τι θέλω να γίνει κτλ. Με κατηγόρησε ότι έχω κάνει χρήση κάνναβης και άρχισε να ορίεται και να φωνάζει ότι έχω πιεί κάνναβη κτλ.
Απλά ένιωθα ακόμη πιάσιμα ενώ δεν έχω κάνει καμία χρήση και της έλεγα ότι δεν ισχύει αυτό, απλά κάπως είναι σοκαρισμένη από το γεγονός που πεθαίνει η αδερφή μου. Το ίδιο το απόγευμα, ενώ είχα κανονίσει να τη δω την επόμενη μέρα, πέθανε και θυμάμαι ότι είχαν έρθει πάνω στο δωμάτιό μου που ήμουν μαζί με τα κορίτσια και απλά έπεσα κάτω στα γόνατα και ήρθαν όλα τα κορίτσια και με αγκαλιάσανε και μάζεψα μια βαλίτσα πράγματα για να πάω στο χωριό μου στην κηδεία.
Αντίστοιχα θυμάμαι πάρα πολύ έντονα με τα κορίτσια πολύ όμορφες στιγμές που να προσπαθούμε μέσα σε όλο αυτό να ζήσουμε λίγο και την εφηβεία μας, να βάλουμε ας πούμε κρυφά μία μπίρα στο ίδρυμα για να κάτσουμε στο δωμάτιο, να βάλουμε μουσική να την πιούμε ή να παίξουμε κάποιο επιτραπέζιο ή να συζητάμε στην τουαλέτα, να μαζευόμαστε το βράδυ για να κάνουμε σουσού της ημέρας ή κάποιου γκόμενου ή πώς να μπορέσουμε να βρούμε μια δικαιολογία για να βγούμε, για να πάμε στο περίπτερο να δούμε τον γκομενάκι στη γωνία.
Αυτά ήταν όλα μία προσπάθεια ώστε να νιώσουμε ότι είμαστε έφηβες και αυτό είναι η ζωή μας. Κάπως έπρεπε δηλαδή να βρούμε έναν τρόπο να βγει και αυτό, να μην είμαστε μόνο τα κορίτσια του ιδρύματος, να μην είμαστε μόνο τα κορίτσια που δεν έχουν οικογένεια, δεν έχουν υποστηρικτικό πλαίσιο… και σε αυτό εμένα προσωπικά με είχε βοηθήσει πάρα πολύ κι ένας επιμελητής που είχαμε. Ο οποίος ήταν η καλύτερη, δηλαδή, εγώ δεν ξέρω αν θα είναι αυτός ο επιμελητής βάρδια, ειδικά το βράδυ που είναι πιο ήσυχα. Πήγαινα που κοιμόντουσαν τα κορίτσια, καθόμουν μαζί του στο γραφείο και συζητάγαμε ώρες ατελείωτες. Ήταν το safe place μου.
[απαλή μουσική]
Το να ζεις με βάρδιες είναι δύσκολο. Και το να ζεις με επιμελητές οι οποίοι αλλάζανε κάθε χρόνο είναι ακόμα πιο δύσκολο, γιατί εκεί που πας να αναπτύξεις μια σχέση με έναν άνθρωπο, ξαφνικά πάλι στην κόβουν βίαια. Δηλαδή, ήδη έχεις βιώσει ένα βίαιο αποχωρισμό από την οικογένεια, βιώνεις ένα δεύτερο και βασικά βιώνεις συνεχόμενους αποχωρισμούς μετά, γιατί το προσωπικό αλλάζει και φεύγει.
Και θυμάμαι ότι λέγαμε είναι επιμελητής ο τάδε, και αν ήταν κάποιος που δεν συμπαθούσαμε λέγαμε πως θα περάσει και αυτό το οχτάωρο. Ή αν ήταν κάποιος επιμελητής που δεν μας πρόσεχε, δεν μας έδινε καμία σημασία, λέγαμε, τώρα θα θέλουμε να πάμε στο γραφείο να πάρουμε τηλέφωνο την οικογένειά μας και θα είναι μέσα κλειδωμένος. Δεν θα μας δίνει σημασία, θα καπνίζει.
Οπότε, κάπως προσαρμόζαμε και εμείς τη ζωή μας και την καθημερινότητά μας και τις ανάγκες μας ανάλογα με το ποιος ήταν στη βάρδια.
Νομίζω αυτό που μου έλειψε περισσότερο όσο ζούσα στο ίδρυμα είναι η οικογένεια. Είναι η ασφάλεια και το ότι αυτό μου ανήκει. Γιατί εμείς ακούγαμε πάρα πολύ συχνά το ότι πχ δεν μπορείτε να κρεμάσετε μία αφίσα στο δωμάτιό σας ή να διαλέξετε το χρώμα του δωματίου σας, γιατί εδώ είστε φιλοξενούμενες.
Το ότι δεν είμαι φιλοξενούμενη κάπου, δεν είμαι κάπου απλά για να κοιμάμαι και να μου παρέχουν ένα πιάτο φαΐ και αυτό συνήθως άθλιο, χωρίς καν να έχω την επιλογή του να διαλέξω εγώ το φαγητό που θα φάω ή το πρωινό που θα φάω.
Και η έννοια της οικογένειας του να κάτσω να φάμε την Κυριακή όλοι μαζί, το να πάμε όλοι μαζί μια βόλτα για ένα καφέ, το να κάτσουμε να παίξουμε ένα επιτραπέζιο, το μην είμαι καλά και να έρθει κάποιος να με πάρει μια αγκαλιά και να την εννοεί αυτήν την αγκαλιά. Αυτό το βρήκα μόνο από τα κορίτσια και για μένα τα κορίτσια που έχω κρατήσει και τώρα επαφές, είναι η οικογένειά μου, είναι οι αδερφές μου.
Ναι, μου έλειπε αυτό. Υπήρχε το σπίτι, υπήρχε το κτίριο, δεν ήταν σπίτι. Έλειπε η ζεστασιά του σπιτιού, ήταν ένα θεόρατο κτίριο, πάρα πολύ απρόσωπο, πάρα πολύ κρύο. Εγώ θυμάμαι δηλαδή ότι την πρώτη μέρα που μπήκα στο ίδρυμα αυτό που μου έκανε εντύπωση είναι το πόσο μεγάλο είναι και το πόσο κρύος είναι ο χώρος. Που αντίστοιχα στο σπίτι μου ζούσα πάρα πολλά χρόνια χωρίς θέρμανση και κρύωνα πρακτικά αλλά δεν ένιωσα ποτέ κρύο το σπίτι μου.
Εγώ μετά το ίδρυμα ήμουν το πρώτο παιδί που δώσανε διαμέρισμα από αυτά που έχει πρόνοια ώστε να κάνει τη μετάβαση για την αποϊδρυματοποίηση χωρίς να είναι…φεύγεις και δεν μας μοιάζει από τότε και πέρα τι γίνεται με σένα.
Ήμουν κάπως προετοιμασμένη γιατί το έτρεχα μαζί με την κυρία από το Διοικητικό Συμβούλιο ώστε να το επιπλώσουμε, ώστε να το καθαρίσουμε. Θυμάμαι ότι πηγαίναμε με το υπερησιακό (αυτοκίνητο) πήγαμε τα πράγματα μου που ήταν δυο κούτες ρούχα τότε τα πράγματα μου, δεν ήταν κάτι…και έφερε η κυρία αυτή από το ΔΣ… μου έφερε κατσαρόλες στο σπίτι της, ποτήρια, πιάτα και όλα αυτά γιατί δεν είχε φροντίσει κανείς προφανώς από τη δομή για να επιπλώσει αυτόν τον χώρο και για να τον κάνει λειτουργικό. ε… και θυμάμαι ότι ξαφνικά όταν κοιμήθηκα το πρώτο βράδυ εκεί πέρα ότι ένιωσα απέραντη μοναξιά και ένα πάρα πολύ μεγάλο άγχος ότι τώρα τι κάνουμε; Ότι ωραία εντάξει ήρθα εδώ σε αυτό το διαμέρισμα… από εδώ και πέρα τι γίνεται;
Και τον πρώτο καιρό γύρναγα πολύ συχνά στο ίδρυμα και ζητάγα να πάω να κοιμηθώ εκεί πέρα, γιατί ξαφνικά είχα χάσει τις φίλες μου και είχα και ένα πάρα πολύ πιεστικό πρόγραμμα γιατί εγώ έδινα Πανελλήνες τότε και σπούδαζα ταυτόχρονα. Και θυμάμαι ότι τότε η ίδια η ψυχολόγος που είχα, πάλι με αρκετά βίαιο τρόπο, τουλάχιστον εγώ έτσι τον δέχτηκα, μου είπε ότι άκου να δεις όταν έχεις φύγει από εδώ πέρα δεν μπορείς να αρχίσεις να κοιμάσαι… ότι είναι η τελευταία φορά που σου επιτρέπουμε να έρθεις να κοιμηθείς εδώ πέρα. Και θυμάμαι ότι, βασικά αν μπορώ να το χαρακτηρίσω κάπως είναι, ότι ένιωθα μόνη μου. Και ήμουνα μόνη μου πρακτικά, τρία χρόνια που ζούσα σε εκείνο το διαμέρισμα, πέρα από τους ανθρώπους που το κάνανε από τη δική μας τη σχέση και όχι λόγω του ιδρύματος και των δομών ευρύτερα δεν ενδιαφέρθηκε μισός άνθρωπος να δει αν ζω…αν έχω να φάω, αν είμαι καλά, τους ενδιέφερε μόνο αν πέρασα στις Πανελλήνιες, αν τελείωσα τη σχολή μου για να φανεί ότι κοίτα να δεις εμείς σαν δομή, τα κορίτσια τα σπουδάζουμε είναι μορφωμένα έχουν μέλλον, τους δίνουμε τις παροχές που χρειάζονται για να έχουν μια ζωή και να έχουν μια επαγγελματική αποκατάσταση, χωρίς όμως αυτό να είναι πραγματικό.
Γιατί κανείς δεν σου μαθαίνει πως πρέπει να το πιο απλό, πως πρέπει να ψωνίσεις στο σούπερ μάρκετ, πως πρέπει να κάνεις την διαχείριση των χρημάτων σου, πως να βάλω ίντερνετ στο σπίτι μου, να πληρώσω έναν λογαριασμό, πως να αναπτύξω διαπροσωπικές σχέσεις που να μην βάζω τον εαυτό μου να είναι το θύμα, να είμαι το κορίτσι από το ίδρυμα, αλλά να είμαι η Έφη… το πως να μπορέσω να πάω να δώσω μια συνάντηση για μια δουλειά, να φτιάξω ένα βιογραφικό, να κάνω μια φορολογική δήλωση, να κλείσω να ραντεβού σε έναν γιατρό, όλα αυτά είναι τα πράγματα που στα μαθαίνουν οι γονείς σου ή οι κηδεμόνες σου, το πλαίσιο τελος πάντων που μεγαλώνεις, και σίγουρα εμένα δεν με είχε προετοιμάσει κανένας για όλο αυτό. Έτυχε και είχα τις βάσεις από τη δική μου οικογένεια αλλά ήταν τυχαίο.
[απαλή μουσική]
Στη δική μου περίπτωση, είναι αυτό που λέω κάπως χιουμοριστικά ότι η οικογένειά μου είναι η αποτυχία, η πλήρης αποτυχία της πρόνοιας γιατί αν υπήρχε κάποια υποστήριξη στον μπαμπά μου όταν πέθανε η μαμά μου, που ο άνθρωπος κατέρρευσε ψυχολογικά και είναι ok και μπορεί να συμβεί, αν υπήρχε υποστήριξη από μια κοινωνική υπηρεσία, από τον δήμο, από κάποιον φορέα τελος πάντων, αντί να απομακρυνθούν τα παιδιά, να πούνε τι χρειάζεται αυτός ο άνθρωπος, χρειάζεται μια φαρμακευτική αγωγή; Ωραία, ίσως χρειάζεται κάποια νοσηλεία για ένα μικρό χρονικό διάστημα, να νοσηλευτεί για ένα μικρό χρονικό διάστημα, τα παιδιά τι θα τα κάνουμε; Θα πάνε στους συγγενείς; δεν μπορούν να πάνε στους συγγενείς ή μπορεί να είναι το ένα, τα δύο παιδιά ξερωγώ, τα άλλα παιδιά τι θα γίνει; Να πάνε σε μια ανάδοχη οικογένεια για εκείνο το χρονικό διάστημα και μετά να γίνει η επανένωση της οικογένειας δεν θα έχει καταλήξει να διαλυθεί αυτή η οικογένεια.
Που..το παράδοξο, είναι ότι η οικογένειά μου.. ήταν δύο γονείς, μορφωμένοι με πολύ καλά οικονομικά, με κοινωνική ζωή… δεν ήταν η στερεοτυπική οικογένεια που λες ότι εντάξει τα παιδιά τους θα πάνε σε ένα ίδρυμα. Ζούσαμε στα Βόρεια Προάστια, όταν ζούσαμε στην Αθήνα και βλέπεις το πόσο μπορεί η αποτυχία ενός συστήματος να καταλήξει σε μια οικογένεια να τη διαλύσει και κατεπέκταση να διαλύσει και παιδικές ψυχές.
Δηλαδή αν η λύση αντί να πάμε στα ιδρύματα ευρύτερα είναι να πάμε σε ανάδοχες οικογένειες, να δώσουμε τα παιδιά που δεν μπορούν να γυρίσουν πίσω για υιοθεσίες, να μην είναι τόσο δύσκολο το να υιοθετήσει κάποιος ένα παιδί.
Και αν ακόμα και αυτά δεν γίνονται, το να δημιουργήσουν διαμερίσματα τα οποία να υπάρχουν στην κοινότητα σε πολυκατοικίες, σαν ένα κανονικό σπίτι με ένα-δυο παιδιά, με προσωπικό αν χρειάζεται και είναι μικρά, και να ζούνε στο πλαίσιο του σπιτιού και όχι του θεόρατου αριστοκρατικού σπιτιού στη Συγγρού σίγουρα θα είναι, θεωρώ πολύ πιο καλό για τις ψυχές των παιδιών.
Αν θέλεις να ακούσεις και άλλες ιστορίες ακολούθησέ μας στο https://tandem-org.gr/αποϊδρυματοποίηση

Η δράση υλοποιείται με την υποστήριξη του Κοινωφελούς Ιδρύματος Ιωάννη Λάτση στο πλαίσιο του προγράμματος «Σημεία Στήριξης» που συγχρηματοδοτούν δέκα κοινωφελείς οργανισμοί.

